AΛEΞANΔPINAI HMEPAI
Στις Αλεξανδριναί Ημέραι περιλαμβάνονται τα ποιήματα Ο Θεόδοτος, Mάρτιαι E(ιδοί), Aλεξανδρινοί Bασιλείς, Eν δήμω της Mικράς Aσίας, Aπολείπειν ο θεός Aντώνιον και Kαισαρίων που αναφέρονται στην αγαπημένη πόλη του ποιητή την Αλεξάνδρεια, την εποχή του τέλους των Πτολεμαίων και την αρχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας.
Ο Θεόδοτος
Ο Θεόδοτος, σύμβουλος του Πτολεμαίου Διονύσου, ήταν αυτός που υπέδειξε τη δολοφονία του Πομπηίου, αντιπάλου του Ιουλίου Καίσαρα.

Pωμαϊκή Δημοκρατία, 44-43 π.X. (Q. Voconius Vitulus), δηνάριο με πορτραίτο του Πομπήιου. NM 8563
Μάρτιαι Ε(ιδοί)
Μάρτιαι Ειδοί είναι η 15η Mαρτίου. Tην ημέρα εκείνη το 44 π.X. ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε από τον Βρούτο και τον Kάσσιο.
-
-
Pωμαϊκή Δημοκρατία, 40 π.X. (Q. Voconius Vitulus), δηνάριο με πορτραίτο του Ιούλιου Καίσαρα. NM 8558
-
-
Δηνάριο Μάρκου Ιούνιου Βρούτου, 43-42 π.Χ. ΝΜ ΒΠ 1627
Εν δήμω της Μικράς Ασίας
Στην ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ., ο Οκταβιανός νίκησε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα.
-
-
Oκταβιανός, 31 π.X. – 14 μ.X., κιστοφόρος (Έφεσος: 25-20 π.X.). NM 1907-8 MB 3
-
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Κατά την διάρκεια της πολιορκίας του από τον Οκταβιανό στην Αλεξάνδρεια, ο Μάρκος Αντώνιος εγκαταλείπεται από τον προστάτη θεό του, τον Διόνυσο.
-
-
Mάρκος Aντώνιος, 32-31 π.X., δηνάριο. NM 8580
-
-
Oκταβιανός, 31 π.X. – 14 μ.X., δηνάριο με την κατάληψη της Αιγύπτου (29-27 π.Χ.). NM 8601
Καισαρίων
Ἂν πεῖς γιὰ τὲς γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές,
ὅλες ἡ Βερενίκες κ᾽ ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές.

Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτης, 246-221 π.Χ., χρυσό δεκάδραχμο στο όνομα της Βερενίκης. NM Συλλογή Δημητρίου
Ο ΘΕΟΔΟΤΟΣ
Ἂν εἶσαι ἀπ᾽ τοὺς ἀληθινὰ ἐκλεκτούς, τὴν ἐπικράτησί σου κύταζε πῶς ἀποκτᾶς. Ὅσο κι ἂν δοξασθεῖς, τὰ κατορθώματά σου στὴν Ἰταλία καὶ στὴν Θεσσαλία ὅσο κι ἂν διαλαλοῦν ἡ πολιτεῖες, ὅσα ψηφίσματα τιμητικὰ κι ἂν σ᾽ ἔβγαλαν στὴ Ρώμη οἱ θαυμασταί σου, μήτε ἡ χαρά σου, μήτε ὁ θρίαμβος θὰ μείνουν, μήτε ἀνώτερος — τί ανώτερος; — ἄνθρωπος θα αἰσθανθεῖς, ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρει, ἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο, τοῦ ἀθλίου Πομπηΐου τὸ κεφάλι. Καὶ μὴ ἐπαναπαύεσαι ποὺ στὴν ζωή σου περιωρισμένη, τακτοποιημένη, καὶ πεζή, τέτοια θεαματικὰ καὶ φοβερὰ δὲν ἔχει. Ἴσως αὐτὴν τὴν ὥρα εἰς κανενὸς γειτόνου σου τὸ νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει — ἀόρατος, ἄϋλος — ὁ Θεόδοτος, φέρνοντας τέτοιο ἕνα φρικτὸ κεφάλι. 1915
ΜΑΡΤΙΑΙ Ε(ΙΔΟΙ)
Τὰ μεγαλεῖα νὰ φοβᾶσαι, ὦ ψυχή. Καὶ τὲς φιλοδοξίες σου νὰ ὑπερνικήσεις ἂν δὲν μπορεῖς, μὲ δισταγμὸ καὶ προφυλάξεις νὰ τὲς ἀκολουθεῖς. Κι ὅσο ἐμπροστὰ προβαίνεις, τόσο ἐξεταστική, προσεκτικὴ νὰ εἶσαι. Κι ὅταν θὰ φθάσεις στὴν ἀκμή σου, Καῖσαρ πιά· ἔτσι περιωνύμου ἀνθρώπου σχῆμα ὅταν λάβεις, τότε κυρίως πρόσεξε σὰν βγεῖς στὸν δρόμον ἔξω, ἐξουσιαστὴς περίβλεπτος μὲ συνοδεία, ἂν τύχει καὶ πλησιάσει ἀπὸ τὸν ὄχλο κανένας Ἀρτεμίδωρος, ποὺ φέρνει γράμμα, καὶ λέγει βιαστικὰ «Διάβασε ἀμέσως τοῦτα, εἶναι μεγάλα πράγματα ποὺ σ᾽ ἐνδιαφέρουν», μὴ λείψεις νὰ σταθεῖς· μὴ λείψεις ν᾽ ἀναβάλλεις κάθε ὁμιλίαν ἢ δουλειά· μὴ λείψεις τοὺς διαφόρους ποὺ χαιρετοῦν καὶ προσκυνοῦν νὰ τοὺς παραμερίσεις (τοὺς βλέπεις πιὸ ἀργά)· ἂς περιμένει ἀκόμη κ᾽ ἡ Σύγκλητος αὐτή, κ᾽ εὐθὺς νὰ τὰ γνωρίσεις τὰ σοβαρὰ γραφόμενα τοῦ Ἀρτεμιδώρου. 1910
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ
Μαζεύθηκαν οἱ Ἀλεξανδρινοί νὰ δοῦν τῆς Κλεοπάτρας τὰ παιδιά, τὸν Καισαρίωνα, καὶ τὰ μικρά του ἀδέρφια, Ἀλέξανδρο καὶ Πτολεμαῖο, ποὺ πρώτη φορὰ τὰ βγάζαν ἔξω στὸ Γυμνάσιο, ἐκεῖ νὰ τὰ κηρύξουν βασιλεῖς, μὲς στὴ λαμπρὴ παράταξι τῶν στρατιωτῶν. Ὁ Ἀλέξανδρος — τὸν εἶπαν βασιλέα τῆς Ἀρμενίας, τῆς Μηδίας, καὶ τῶν Πάρθων. Ὁ Πτολεμαῖος — τὸν εἶπαν βασιλέα τῆς Κιλικίας, τῆς Συρίας, καὶ τῆς Φοινίκης. Ὁ Καισαρίων στέκονταν πιὸ ἐμπροστά, ντυμένος σὲ μετάξι τριανταφυλλί, στὸ στῆθος του ἀνθοδέσμη ἀπὸ ὑακίνθους, ἡ ζώνη του διπλὴ σειρὰ σαπφείρων κι ἀμεθύστων, δεμένα τὰ ποδήματά του μ᾽ ἄσπρες κορδέλλες κεντημένες μὲ ροδόχροα μαργαριτάρια. Αὐτὸν τὸν εἶπαν πιότερο ἀπὸ τοὺς μικρούς, αὐτὸν τὸν εἶπαν Βασιλέα τῶν Βασιλέων. Οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἔννοιωθαν βέβαια ποὺ ἧσαν λόγια αὐτά καὶ θεατρικά. Ἀλλὰ ἡ μέρα ἤτανε ζεστὴ καὶ ποιητική, ὁ οὐρανὸς ἕνα γαλάζιο ἀνοιχτό, τὸ Ἀλεξανδρινὸ Γυμνάσιον ἕνα θριαμβικὸ κατόρθωμα τῆς τέχνης, τῶν αὐλικῶν ἡ πολυτέλεια ἔκτακτη, ὁ Καισαρίων ὅλο χάρις κ᾽ ἐμορφιὰ (τῆς Κλεοπάτρας υἱός, αἷμα τῶν Λαγιδῶν)• κ᾽ οἱ Ἀλεξανδρινοὶ ἔτρεχαν πιὰ στὴν ἑορτή, κ᾽ ἐνθουσιάζονταν, κ᾽ ἐπευφημοῦσαν ἑλληνικά, κ᾽ αἰγυπτιακά, καὶ ποιοὶ ἑβραίικα, γοητευμένοι μὲ τ᾽ ὡραῖο θέαμα — μ᾽ ὅλο ποὺ βέβαια ἤξευραν τί ἄξιζαν αὐτά, τί κούφια λόγια ἤσανε αὐτὲς ἡ βασιλεῖες. 1912
ΕΝ ΔΗΜΩ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Ἡ εἰδήσεις γιὰ τὴν ἔκβασι τῆς ναυμαχίας, στὸ Ἄκτιον, ἦσαν βεβαίως ἀπροσδόκητες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συντάξουμε νέον ἔγγραφον. Τ᾽ ὄνομα μόνον ν᾽ ἀλλαχθεῖ. Ἀντίς, ἐκεῖ στὲς τελευταῖες γραμμές, «Λυτρώσας τοὺς Ρωμαίους ἀπ᾽ τὸν ὀλέθριον Ὀκτάβιον, τὸν δίκην παρωδίας Καίσαρα,» τώρα θὰ βάλουμε «Λυτρώσας τοὺς Ρωμαίους ἀπ᾽ τὸν ὀλέθριον Ἀντώνιον». Ὅλο τὸ κείμενον ταιριάζει ὡραῖα. «Στὸν νικητήν, τὸν ἐνδοξότατον, τὸν ἐν παντὶ πολεμικῷ ἔργῳ ἀνυπέρβλητον, τὸν θαυμαστὸν ἐπὶ μεγαλουργίᾳ πολιτικῇ, ὑπέρ τοῦ ὁποίου ἐνθέρμως εὔχονταν ὁ δῆμος τὴν ἐπικράτησι τοῦ Ἀντωνίου» ἐδῶ, ὅπως εἴπαμεν, ἡ ἀλλαγή: «τοῦ Καίσαρος ὡς δῶρον τοῦ Διὸς κάλλιστον θεωρῶν — στὸν κραταιὸ προστάτη τῶν Ἑλλήνων, τὸν ἔθη ἑλληνικὰ εὐμενῶς γεραίροντα, τὸν προσφιλῆ ἐν πάσῃ χώρᾳ ἑλληνικῇ, τὸν λίαν ἐνδεδειγμένον γιὰ ἔπαινο περιφανῆ, καὶ γιὰ ἐξιστόρησι τῶν πράξεών του ἐκτενῆ ἐν λόγω ἑλληνικῷ κ᾽ ἐμμέτρω καὶ πεζῶ· ἐν λόγω ἑλληνικῷ ποὺ εἶν᾽ ὁ φορεὺς τῆς φήμης,» καὶ τὰ λοιπά, καὶ τὰ λοιπά. Λαμπρὰ ταιριάζουν ὅλα. 1926
ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ
Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ᾽, ἀκουσθεῖ ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνὲς — τὴν τύχη σου ποὺ ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου ποὺ ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου ποὺ βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις. Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος, ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ φεύγει. Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πὼς ἦταν ἕνα ὄνειρο, πὼς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου· μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μὴν καταδεχθεῖς. Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος, σὰν ποὺ ταιριάζει σε ποὺ ἀξιώθηκες μιὰ τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο, κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ᾽ ὄχι μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα, ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους, τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου, κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ χάνεις. 1910
ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ
Ἐν μέρει γιὰ νὰ ἐξακριβώσω μιὰ ἐποχή, ἐν μέρει καὶ τὴν ὥρα νὰ περάσω, τὴν νύχτα χθὲς πῆρα μιὰ συλλογὴ ἐπιγραφῶν τῶν Πτολεμαίων νὰ διαβάσω. Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ᾽ ἡ κολακεῖες εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί, ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί· κάθ᾽ ἐπιχείρησίς των σοφότατη. Ἂν πεῖς γιὰ τὲς γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές, ὅλες ἡ Βερενίκες κ᾽ ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές. Ὅταν κατόρθωσα τὴν ἐποχὴ νὰ ἐξακριβώσω θἄφινα τὸ βιβλίο ἂν μιὰ μνεία μικρή, κι ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος δὲν εἵλκυε τὴν προσοχή μου ἀμέσως….. Ἄ, νά, ἦρθες σὺ μὲ τὴν ἀόριστη γοητεία σου. Στὴν ἱστορία λίγες γραμμὲς μονάχα βρίσκονται γιὰ σένα, κ᾽ ἔτσι πιὸ ἐλεύθερα σ᾽ ἔπλασα μὲς στὸν νοῦ μου. Σ᾽ ἔπλασα ὡραῖο κ᾽ αἰσθηματικό. Ἡ τέχνη μου στὸ πρόσωπό σου δίνει μιὰν ὀνειρώδη συμπαθητικὴ ἐμορφιά. Καὶ τόσο πλήρως σὲ φαντάσθηκα, ποὺ χθὲς τὴν νύχτα ἀργά, σὰν ἔσβυνεν ἡ λάμπα μου — ἄφισα ἐπίτηδες νὰ σβύνει — ἐθάρεψα ποὺ μπῆκες μὲς στὴν κάμαρά μου, μὲ φάνηκε ποὺ ἐμπρός μου στάθηκες· ὡς θὰ ἤσουν μὲς στὴν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια, χλωμὸς καὶ κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπῃ σου, ἐλπίζοντας ἀκόμη νὰ σὲ σπλαχνισθοῦν οἱ φαῦλοι — ποὺ ψιθύριζαν τὸ « Πολυκαισαρίη ». 1918
Σελίδες:
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16