OPOΦEPNHΣ
Το ποίημα για το βασιλιά της Καππαδοκίας Οροφέρνη ξεκινά με την περιγραφή του πορτραίτου του Οροφέρνη πάνω στο τετράδραχμό του. Ο Οροφέρνης βασίλευσε στην Καππαδοκία από το 160 μέχρι το 156 π.Χ. και το πορτραίτο του θεωρείται ένα από τα ωραιότερα πορτραίτα της ελληνιστικής εποχής. Στη βιβλιοθήκη του Καβάφη βρισκόταν το βιβλίο του Edwyn R. Bevan, The House of Seleucus, α΄ έκδοση 1902, όπου υπάρχει απεικόνιση τετραδράχμου του Οροφέρνη. Το ποίημα γράφτηκε το 1915 και είναι πιθανόν ο ποιητής να είδε τη φωτογραφία του νομίσματος σε αυτή την έκδοση.
-
-
Οροφέρνης Kαππαδοκίας, 160-156 π.Χ., αργυρό τετράδραχμο. Ιδιωτική Συλλογή.
-
-
Aριαράθης Δ΄ Kαππαδοκίας, αργυρή δραχμή. NM Συλλογή Eμπεδοκλή. Ο πατέρας του Οροφέρνη.
-
-
Aντίοχος Γ΄ Συρίας, 223-187 π.X., αργυρό τετράδραχμο. NM Συλλογή Eμπεδοκλή. Παππούς του Οροφέρνη από την πλευρά της μητέρας του.
-
-
Δημήτριος A΄ Σωτήρ Συρίας, 162-150 π.X., αργυρό τετράδραχμο. NM Συλλογή Eμπεδοκλή. Εξάδελφος και προστάτης του Οροφέρνη.
ΟΡΟΦΕΡΝΗΣ
Αὐτὸς πού εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω μοιάζει σὰν νὰ χαμογελᾶ τὸ πρόσωπό του, τὸ ἔμορφο, λεπτό του πρόσωπο, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου. Παιδὶ τὸν ἔδιωξαν ἀπ᾿ τὴν Καππαδοκία, ἀπ᾿ τὸ μεγάλο πατρικὸ παλάτι, καὶ τὸν ἐστείλανε νὰ μεγαλώσει στὴν Ἰωνία, καὶ νὰ ξεχασθεῖ στοὺς ξένους. Ἆ ἐξαίσιες τῆς Ἰωνίας νύχτες ποὺ ἄφοβα, κ᾿ ἑλληνικά ὅλως διόλου ἐγνώρισε πλήρη τὴν ἡδονή. Μὲς στὴν καρδιά του, πάντοτε Ἀσιανός· ἀλλὰ στοὺς τρόπους του καὶ στὴν λαλιά του Ἕλλην, μὲ περουζέδες στολισμένος, ἑλληνοντυμένος, τὸ σῶμα του μὲ μύρον ἰασεμιοῦ εὐωδιασμένο, κι ἀπ᾿ τοὺς ὡραίους τῆς Ἰωνίας νέους, ὁ πιὸ ὡραῖος αὐτός, ὁ πιὸ ἰδανικός. Κατόπι σὰν οἱ Σύροι στὴν Καππαδοκία μπῆκαν, καὶ τὸν ἐκάμαν βασιλέα, στὴν βασιλεία χύθηκεν ἐπάνω γιὰ νὰ χαρεῖ μὲ νέον τρόπο κάθε μέρα, γιὰ νὰ μαζεύει ἁρπαχτικὰ χρυσὸ κι ἀσῆμι, καὶ γιὰ νὰ εὐφραίνεται, καὶ νὰ κομπάζει, βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα νὰ γυαλίζουν. Ὅσο γιὰ μέριμνα τοῦ τόπου, γιὰ διοίκησι — οὔτ᾿ ἤξερε τί γένονταν τριγύρω του. Οἱ Καππαδόκες γρήγορα τὸν βγάλαν· καὶ στὴν Συρία ξέπεσε, μὲς στὸ παλάτι τοῦ Δημητρίου νὰ διασκεδάζει καὶ νὰ ὀκνεύει. Μιὰ μέρα ὡστόσο τὴν πολλὴν ἀργία του συλλογισμοὶ ἀσυνείθιστοι διεκόψαν· θυμήθηκε ποὺ ἀπ᾿ τὴν μητέρα του Ἀντιοχίδα, κι ἀπ᾿ τὴν παληὰν ἐκείνη Στρατονίκη, κι αὐτὸς βαστοῦσε ἀπ᾿ τὴν κορώνα τῆς Συρίας, καὶ Σελευκίδης ἤτανε σχεδόν. Γιὰ λίγο βγῆκε ἀπ᾿ τὴν λαγνεία κι ἀπ᾿ τὴν μέθη, κι ἀνίκανα, καὶ μισοζαλισμένος κάτι ἐζήτησε νὰ ραδιουργήσει, κάτι νὰ κάμει, κάτι νὰ σχεδιάσει, κι ἀπέτυχεν οἰκτρὰ κ᾿ ἐξουδενόθη. Τὸ τέλος του κάπου θὰ γράφηκε κ᾿ ἐχάθη· ἤ ἴσως ἡ ἱστορία νὰ τὸ πέρασε, καί, μὲ τὸ δίκιο της, τέτοιο ἀσήμαντο πρᾶγμα δὲν καταδέχθηκε νὰ τὸ σημειώσει. Αὐτὸς ποὺ εἰς τὸ τετράδραχμον ἐπάνω μιὰ χάρι ἀφῆκε ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα του νειάτα, ἀπ᾿ τὴν ποιητικὴ ἐμορφιά του ἕνα φῶς, μιὰ μνήμη αἰσθητικὴ ἀγοριοῦ τῆς Ἰωνίας, αὐτός εἶν᾿ ὁ Ὀροφέρνης Ἀριαράθου. 1915
Σελίδες:
1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16